Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Dzur Dinner - Aftermath

Μερικές εμπειρίες πρέπει να κατασταλάξουν μέσα σου για να τις κουβεντιάσεις. Η ένταση των συναισθημάτων είναι μεγάλη, τόσο που παίρνει καιρό να σβήσουν, να απαλύνουν. Να μπορέσεις να κοιτάξεις το τι έγινε χωρίς να σε μπερδεύει η ευφορία που ένιωσες όταν συνέβη.

Κάτι τέτοιο έπαθα και με αυτό το γεύμα. Έχω δυο βδομάδες τώρα, από την προηγούμενη Κυριακή, που δεν έχω καταφέρει να βάλω το μυαλό μου να το δουλέψει, να το ξαναεπισκεφτεί. Τι πήγε καλά και τι δεν πήγε, τι λειτούργησε και τι όχι. Κατά πόσο εγώ κι οι καλεσμένοι μου το είδαμε από την ίδια σκοπιά.

Σήμερα είναι λίγο πιο εύκολο. Χώνεψε η φωτιά και μείναν μόνο κάρβουνα στην καρδιά μου. Κι έχω την εντύπωση ότι δε θα σβήσουν αυτά τα κάρβουνα ποτέ. Πάντα θα θυμάμαι αυτή τη μέρα, και πιο πολύ γιατί ήταν κι άλλοι άνθρωποι -οι συγκεκριμένοι άνθρωποι- εκεί.

Ήθελα να τους περιποιηθώ αυτούς τους ανθρώπους. Να τους δώσω κάτι που μπορεί και να μην το ξαναβρούν. Κι όπως πίστεψα ότι κάποια από τα πιάτα μπορεί και να ξαναφάνε κάπου -ή να τα έχουν ήδη ξαναφάει- προσπάθησα να κάνω αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή πιο ιδιαίτερη.

Ξεκίνησα από το στήσιμο του τραπεζιού. Δεν είχα ξανακάνει ποτέ κάτι σχετικό, ένα γεύμα επίσημο. Όλο με μπουφέδες την έβγαζα, άντε και με κανέναν παραδοσιακό οικογενειακό τραπέζι, που όλα είναι ήδη στρωμένα και τσιμπολογάς από παντού. Εδώ δεν είχε τέτοια όμως. Εδώ έπρεπε για χάρη της απόλαυσης να γίνουν όλα με τη σειρά. Αλίμονο αν δε γίνονταν όλα με τη σειρά.

Με τη σειρά λοιπόν. Δύο τραπέζια ενωμένα μεταξύ τους -η τραπεζαρία μου είναι οχτώ ατόμων κι εμείς ήμασταν (τελικό σκορ) έντεκα. Λευκό τραπεζομάντιλο, προίκα της γιαγιάς μου παρακαλώ. Το ότι επεβίωσε σε τέτοια κατάσταση από το 1954 που παντρεύτηκε η γιαγιά μου είναι μάλλον ένδειξη της οικογενειακής νοικοκυροσύνης. Είχα σχέδιο για ριχτάρι και ασορτί πετσέτες, αλλά μάλλον θα έπρεπε να είμαστε λιγότεροι για να δουλέψει. Οπότε για στολίδι περιορίστηκα στα δύο φαναράκια με το κιτρινωπό γυαλί και σε μικρές καφετιές πετρούλες.

Γενικά τα χρώματα του τραπεζιού ήταν γήινα: σκούρο πράσινο, κίτρινο του παπύρου και καφέ. Καφέ τα στολίδια, σκούρες πράσινες οι πετσέτες και κίτρινο του παπύρου…






Κίτρινο του παπύρου τα μενού.





Ε, σας το είπα ότι θα έκανα μεγάλες καφρίλες. Ήθελα να είναι όλα πρωτόγνωρα. Υπήρχε λοιπόν, όχι μόνο μενού, αλλά και προκαθορισμένες θέσεις, με το όνομα του καθενός σαν σελιδοδείκτης πάνω στο σερβίτσιο του. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετά συμπαθητικό και νομίζω ότι άρεσε. Χεχε. Νομίζω.

Το μεγάλο θέμα ήταν τι θα υπήρχε από σερβίτσια πάνω στο τραπέζι. Ήταν απολύτως αδύνατον να τους σερβίρω κάθε πιάτο ξεχωριστά, από την κουζίνα. Αυτό θα απαιτούσε να ήμουν μόνιμα στην κουζίνα και να μην καθίσω μαζί τους καθόλου. Εξ ου και υπήρχαν διάφορα πάνω στο τραπέζι, πιάτα και ποτήρια και σερβίτσια. Έφερνα τις πιατέλες από μέσα και τους σέρβιρα από την πιατέλα. Με αυτόν τον τρόπο ήμουν πάντα κοντά τους, μέσα στο τραπέζι, και έτρωγα κι εγώ σαν άνθρωπος. Τα μόνα που σερβιρίστηκαν στην κουζίνα ήταν το σάμι και το μοσχάρι, που άξιζε, φυσικά τον κόπο και την αναμονή. Η αδελφή μου κι η βαφτισιμιά της μητέρας μου με βοήθησαν στο σερβίρισμα.

Και για όσους αναρωτιούνται, είχα την επόμενη μέρα ρεπό. Δεν υπήρχε περίπτωση να πλυθούν όλα αυτά τα πιάτα από ένα μόνο άτομο (πλυντηρίου πιάτων απόντος). Αλλά άξιζε τον κόπο. Απλά και μόνο γι’ αυτό το καρβουνάκι της εμπειρίας που δε θα σβήσει ποτέ.


English please?


Some experiences should be settled in you before you talk about them. The intensity of feelings is so strong, it takes time to go out, to soften. To be able to look at what happened without being confused by the euphoria felt when it happened.

This is exactly what happened with this meal. It’s been two weeks now since last Sunday, that I haven’t managed to put my mind to work, to revisit it. What went wrong and what not, what worked and what not. Whether me and my guests saw the whole thing under the same perspective.

Today it’s a little easier. The fire has died down and only coals stayed in my heart. And I believe that the coals? they will not die, not ever. I will always remember this day, and this will happen because there were other people -these particular people-there.

I wanted to look after these people. To give them something that they might not find it again. And as I thought that they might eat again some of the dishes, or perhaps they have already eaten them, I tried to make this moment very special.

I started off by setting up the table. Never before have I done something that looked like a formal dinner. I always made buffets, or some traditional family dinner, all of dishes already on the table and you could pick what to eat. This time, though, no way it was going to be like that. For the sake of pleasure, we ought to do everything in order. Wow to me if everything wasn’t in order.

Two tables were joined, my dining table is for eight people, and we were (actually ended up) eleven. White tablecloth, my grandmother's dowry. It has survived in perfect condition since her 1954 marriage and that is probably an indication of our family’s housekeeping abilities. I was planning to use a matching over-the-tablecloth-tablecloth and towels, but we should have been less people there for it to work. So the ornaments were limited to two lanterns with yellow glass and little brown stones scattered on the table.

Generally the colors of the table were earthly-ones: dark green, papyrus yellow and brown. Brown ornaments, dark green towels and papyrus yellow...




Papyrus yellow on the menus.


Well, I told you that I would go over the top. I wanted everything to be unprecedented. So there were not only menus, but prearranged seats as well, with the name of each person as a bookmark on the dinnerware. The result was quite nice and they (the co-dinners) liked it. Hehe. I think they did.

The big question was, though, what would to do with the dinnerware on the table. It was absolutely impossible to serve each dish separately from the kitchen. This would mean for me to permanently be in the kitchen and not sit with my guests at all. Hence there were several plates and glasses and cutlery on the table. I brought the food on large platters and served them on the spot. This way I was always close to them at the table, and I ate as well. The only things that were served in the kitchen were the sorbet and the beef, both of which were worth the wait. My sister and a girl my mother has baptized helped me serve.

And for those wondering, next day I had the day off. There was no way for a single person to wash all these dishes by him/herself (dishwasher non-existent). But it was worth it. Just for this little lump of coal this experience was, that little lump of ever burning coal.


Φωτογραφίες/Photo Credits: Λευτέρης Κεραμίδας